«Η Ευρώπη δεν πρέπει να διχαστεί μπροστά στον πόλεμο»

Η μετάβαση στη λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι κεντρικής σημασίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας, υπογραμμίζει σε συνέντευξή της η Αννα Λούρμαν. Η υφυπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, με αρμοδιότητα τα θέματα Ευρώπης και κλίματος, που βρέθηκε πριν από μερικές ημέρες στη χώρα μας και είχε συναντήσεις τόσο με τον ομόλογό της Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη όσο και με τον υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Χρήστο Στυλιανίδη, ξεκαθαρίζει ότι μπροστά στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο «η Ευρώπη δεν πρέπει να διχαστεί».

Σχετικά με το μείζον θέμα της ενέργειας, η γερμανίδα υφυπουργός αναγνωρίζει ότι η Αθήνα «είχε καταθέσει ήδη από τον Μάρτιο μερικές καλές προτάσεις προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι διαρκείς αυξήσεις τιμών στις αγορές ενέργειας». Τέλος, αναγνωρίζει τη συμβολή της Ελλάδας ως παράγοντα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Διαφήμιση

Πριν από λίγες ημέρες ο ομοσπονδιακός καγκελάριος Σολτς έδωσε μια ομιλία στην Πράγα, περιγράφοντας το όραμά του για την Ευρώπη. Η κατάργηση της ομοφωνίας σε ορισμένους τομείς ήταν στον πυρήνα της ομιλίας του. Πόσο έχει αλλάξει ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος τον τρόπο που βλέπει το Βερολίνο το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης; Αποτελεί η «Zeitenwende» κρίσιμο μέρος της «νέας ευρωπαϊκής κανονικότητας» του Βερολίνου;

«Ο τρομερός και εντελώς αδικαιολόγητος επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας συνιστά και μια επίθεση κατά της δικής μας ευρωπαϊκής ειρήνης και ασφάλειας. Απαιτεί από την Ευρώπη ακόμα μεγαλύτερη συνοχή και από την Ευρωπαϊκή Ενωση να δράσει ενωμένη και με αποφασιστικότητα. Για να αυξήσουμε την ικανότητα δράσης της ΕΕ είναι αναγκαίο να καταστήσουμε αποτελεσματικότερες τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αυτό ισχύει για την EE των «27», αλλά ακόμα περισσότερο στην προοπτική μιας περαιτέρω διεύρυνσής της. Οπως υπογράμμισε ο καγκελάριος Σoλτς από την Πράγα, η μετάβαση στη λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι κεντρικής σημασίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να συμβάλουμε στο να αποκτήσει η ΕΕ ακόμα πιο δυνατή ενιαία φωνή στον κόσμο, ώστε να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας, τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας, τις συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού ή την ολοένα επιδεινούμενη κλιματική κρίση».

Φαίνεται, ωστόσο, ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αντίθετες απόψεις εντός της ΕΕ για μια σειρά ζητημάτων όπως το κράτος δικαίου, το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (βλ. Πολωνία), αλλά ακόμη και για το μέλλον των σχέσεων με τη Ρωσία. Πώς πιστεύετε ότι θα μπορούσαν να ξεπεραστούν αυτές οι διαφορές; Και πόσο εύκολο θα είναι να δημιουργηθεί μια «γεωπολιτική Ευρώπη»;

«Μπροστά στον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας η Ευρώπη πρέπει να παραμείνει ενωμένη, δεν πρέπει να διχαστεί. Γι’ αυτό ήταν ορθό να ανοίξει η ευρωπαϊκή προοπτική για την Ουκρανία, τη Μολδαβία και τη Γεωργία και να χορηγηθεί στην Ουκρανία και στη Μολδαβία καθεστώς υποψήφιας χώρας προς ένταξη στην ΕΕ. Εφόσον η ρωσική επίθεση συνιστά επίθεση και στο δικό μας σύστημα αξιών, είναι πολύ σημαντικό να ενισχύσουμε τα κοινά μας αξιακά θεμέλια. Αυτό σημαίνει ότι μεταξύ μας τα κράτη-μέλη θα πρέπει να διεξάγουμε έναν τακτικό διάλογο για τις ευρωπαϊκές μας αξίες και το κράτος δικαίου, ενώ θα πρέπει να εφαρμόζουμε με συνέπεια τα εργαλεία του κράτους δικαίου. Διότι όσο περισσότερο θα εσωτερικεύουμε τις αξίες μας αυτές τόσο θα ατσαλώνονται προς τα έξω. Και είναι αυτές οι αξίες μας που αποτελούν τη βάση για μια γεωπολιτική Ευρώπη, η οποία πρέπει να αναλάβει περισσότερο την ευθύνη της ασφάλειάς της και να μειώσει την εξάρτησή της από τρίτες χώρες, π.χ. όσον αφορά τις τεχνολογίες αιχμής ή την παροχή ενέργειας».

  • Το διττό πρόβλημα της ενέργειας: Θα τιθασεύσει η ΕΕ το τέρας που έφτιαξε;

Μετά την COVID-19, η διαχείριση της ενεργειακής κρίσης λόγω του ρωσο-ουκρανικού πολέμου έχει γίνει η νέα μεγάλη δοκιμασία για την Ευρώπη. Φαίνεται ότι η Επιτροπή ετοιμάζεται να υποβάλει ορισμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων, του υψηλού κόστους ενέργειας και ηλεκτρικού ρεύματος. Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε την άποψη της Γερμανίας για αυτό το θέμα;

«Ηδη πριν από τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, που παραβιάζει κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, οι τιμές των προϊόντων και ιδιαίτερα οι τιμές στην ενέργεια είχαν σημειώσει άνοδο. Αυτό οφειλόταν στη συνειδητή μείωση των ροών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη εκ μέρους της Ρωσίας, αλλά και σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως στη σημαντική μείωση της παραγωγής ρεύματος από τα πυρηνικά εργοστάσια στη Γαλλία λόγω έλλειψης νερού ψύξης. Τα παραπάνω οδήγησαν στην εκτόξευση των τιμών ενέργειας. Η Γερμανία για αρκετό καιρό απέρριπτε σημαντικές παρεμβάσεις στις αγορές ενέργειας, καθώς επί της αρχής αυτές ρυθμίζονται καλύτερα από μόνες τους. Η ελληνική κυβέρνηση είχε καταθέσει ήδη από τον Μάρτιο μερικές καλές προτάσεις προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι διαρκείς αυξήσεις τιμών στις αγορές ενέργειας, οι οποίες έχουν τώρα σε μεγάλο βαθμό υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Συγκεκριμένα, συζητείται η απορρόφηση των υπερκερδών των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου αυτά να ανακατανεμηθούν σε καταναλωτές και επιχειρήσεις που έχουν πληγεί σημαντικά. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να τερματίσουμε το συντομότερο δυνατό την εξάρτησή μας από την εισαγωγή ορυκτών καυσίμων, ειδικά από τη Ρωσία, και να επιταχύνουμε περαιτέρω την ενεργειακή μετάβαση».

Η κλιματική αλλαγή είναι μέρος του χαρτοφυλακίου σας. Η Πράσινη Συμφωνία είναι ένα από τα πιο σημαντικά έργα για την ΕΕ και στην πραγματικότητα έχει γίνει υπαρξιακή πρόκληση εάν οι Ευρωπαίοι θέλουν να πρωτοστατήσουν στην ανεξαρτησία από τα ορυκτά καύσιμα και στη δημιουργία ενός βιώσιμου μέλλοντος. Είστε ικανοποιημένη από την πρόοδο που σημειώνεται;

«Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η κλιματική κρίση είναι μακροπρόθεσμα και με διαφορά η μεγαλύτερη απειλή για την ήπειρό μας. Η αντιμετώπιση της πρόκλησης αυτής θα πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο των προσπαθειών μας. Ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας μάς κατέστησε για άλλη μια φορά σαφές ότι η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα θα πρέπει να ξεπεραστεί το ταχύτερο δυνατό και για λόγους πολιτικής ασφαλείας. Είναι σημαντικό και σωστό ότι η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έθεσε με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία την κλιματική κρίση και την αντιμετώπισή της στο επίκεντρο της θητείας της. Αυτή τη στιγμή στις Βρυξέλλες διεξάγονται διαπραγματεύσεις για δύο πολύ σημαντικά προγράμματα, το Fit-For-55 και το RePowerEU. Ελπίζω ότι θα εγκριθούν σύντομα, θέτοντας φιλόδοξους στόχους. Ενώ η δέσμη Fit-For-55 έχει, κυρίως, ως στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε διάφορους τομείς, το σχέδιο RePowerEU φιλοδοξεί να τερματίσει την εξάρτηση της ΕΕ από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα το ταχύτερο δυνατόν, πολύ πριν από το 2030. Ο κοινός παρονομαστής των δύο αυτών νομοθετημάτων είναι η ταχύτερη δυνατή επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που θα μας βοηθήσει να πετύχουμε «με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια». Πρώτον, να επιταχύνουμε την ενεργειακή μετάβαση και να αντιμετωπίσουμε την κλιματική κρίση και, δεύτερον, να οικοδομήσουμε την ενεργειακή μας ασφάλεια σε μια σταθερή και βιώσιμη βάση».